επικαρπωτής

ο
(νομ.) αυτός που έχει ή παίρνει το δικαίωμα τής επικαρπίας* ενός κινητού ή ακίνητου πράγματος.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • επικαρπωτής — ο αυτός που έχει το δικαίωμα της επικαρπίας …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • επικαρπία — Το εμπράγματο δικαίωμα ενός δικαιούχου (επικαρπωτή) να χρησιμοποιεί και να νέμεται ένα πράγμα ή ιδανικό μέρος πράγματος (καθώς και απαιτήσεις, ομολογίες κλπ.) που ανήκουν σε άλλο πρόσωπο και να απολαμβάνει τους καρπούς του, διατηρώντας όμως… …   Dictionary of Greek

  • ζαΐμης — Επώνυμο οικογένειας εθνικών αγωνιστών και πολιτικών, από την Κερπινή Καλαβρύτων. 1. Αλέξανδρος. Βλ. λ. Ζαΐμης, Αλέξανδρος. 2. Ανδρούτσος (; – 1792). Διετέλεσε μωραγιάννης (έπαρχος στον Μοριά, εξαρτημένος από τον σουλτάνο). Συμμετείχε ενεργά στην… …   Dictionary of Greek

  • θησαυρός — Ο συσσωρευμένος πλούτος, σε χρήματα ή τιμαλφή. (Αρχαιολ.) Κτίριο των αρχαίων ελληνικών ιερών, ειδικά κατασκευασμένο για τη φύλαξη των πολύτιμων ή λατρευτικών αντικειμένων. Στους μυκηναϊκούς χρόνους οι θ. ήταν υπόγεια οικοδομήματα, ειδικά… …   Dictionary of Greek

  • νομέας — (I) ο (Α νομεύς, έως και μτγν τ. νομέας, ου, επικ. γεν. νομῆος) ποιμένας, βοσκός νεοελλ. 1. (νομ.) το υποκείμενο τής νομής, εκείνος που ασκεί φυσική εξουσία επί πράγματος «διανοίᾳ κυρίου», δηλαδή θέλοντας να έχει το πράγμα δικό του 2. συν. στον… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.